Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ
Την τελευταία της πνοή άφησε τα ξημερώματα της Τρίτης η Έλλη Παππά, σε ηλικία 89 ετών. Η κηδεία της θα είναι πολιτική και θα γίνει στις 10:30 το πρωί του Σαββάτου στο Γ' Νεκροταφείο, όπου εκεί και θα ταφεί, δίπλα στον σύντροφο της ζωής της, Νίκο Μπελογιάννη.
Η οικογένειά της ζήτησε αντί στεφάνων τα χρήματα να κατατεθούν για την ενίσχυση των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ).
«Η Έλλη Παπά υπήρξε σύμβολο μιας εποχής δύσκολης για την Ελλάδα. Θα τη θυμόμαστε για τους αγώνες της, για τη σκέψη της και για την ομορφιά της ψυχής της. Στους οικείους της εκφράζω τα θερμά μου συλλυπητήρια» αναφέρει σε γραπτή ανακοίνωσή του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας.
O πρόεδρος της Βουλής Φίλιππος Πετσάλνικος τόνισε, μεταξύ άλλων: «Η Βουλή των Ελλήνων αποτίει ύστατο φόρο τιμής στην Έλλη Παππά. Μια σπουδαία Ελληνίδα που με τη ζωή και τη δράση της έγινε σύμβολο αντίστασης και αγώνα, αξιοπρέπειας και χειραφέτησης. Ασυμβίβαστη μαχητής της Αλήθειας, ύψωσε σθεναρά το ανάστημά της απέναντι σε όποιες δυνάμεις επιβουλεύτηκαν την ελευθερία και την ανεξαρτησία του λαού μας, δίνοντας πάντα το 'παρών' στους μεγάλους αγώνες για δημοκρατία, δικαιοσύνη και σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.»
H γγ του ΚΚΕ Αλέκα Παπαρήγα δήλωσε: «Εκφράζω στη οικογένεια της Έλλης Παππά τα θερμά μου συλλυπητήρια για το θάνατο της παλαίμαχης αγωνίστριας της ΕΑΜικής Αντίστασης και πνευματικού ανθρώπου.
» Θα μείνει στη μνήμη πολλών γενεών ιδιαίτερα η στάση της στις ιστορικές δίκες του Νίκου Μπελογιάννη και των άλλων στελεχών του ΚΚΕ, ως στάση διαπαιδαγώγησης και σταθερής προσήλωσης στην πάλη για να ξημερώσουν και στον τόπο μας καλύτερες μέρες.»
«Αποχαιρετούμε με οδύνη την Έλλη Παππά και εκφράζουμε τα συλλυπητήριά μας στο γιο της Νίκο Μπελογιάννη. Η ίδια έγραφε: 'Αποχαιρετισμός σημαίνει αποχωρισμός και αποχωρισμός σημαίνει ένα τέλος'. Ο δικός μας αποχαιρετισμός σήμερα στην Έλλη Παππά δεν σημαίνει τέλος. Είναι αποχαιρετισμός - μνήμη» αναφέρει η Κεντρική Πολιτική Επιτροπή του Συνασπισμού.
Η διαδρομή της
Η Έλλη Ιωαννίδη της ιστορίας, η Έλλη Παππά, δημοσιογράφος και συγγραφέας, η μαχήτρια της Αριστεράς, αντιπροσωπεύει έναν ολόκληρο κόσμο που «βούτηξε βαθιά στα νερά» του 20ού αιώνα.
Αποχαιρέτησε τον αιώνα της, για να συναντήσει τον 21ο, με την ίδια κριτική συγκροτημένη σκέψη που την χαρακτήριζε και την διαφοροποιούσε από πολλούς της γενιάς της. Στόχος της , όπως η ίδια έλεγε, «η κάθαρση της μαρξιστικής σκέψης από τις σταλινικές στρεβλώσεις».
Πραγματοποίησε μελέτες για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, όπως «Ο Πλάτωνας στην εποχή μας» και η «Σπουδή στο θέμα της Ελευθερίας - Η έννοια της ελευθερίας στον προσωκρατικό υλισμό», και μελέτες για τον μαρξισμό και τον λενινισμό, όπως ο «Μύθος και ιδεολογία στη ρωσική επανάσταση -οδοιπορικό από το ρωσικό αγροτικό λαϊκισμό στο λαϊκισμό του Στάλιν» και «Ο Λένιν χωρίς λογοκρισία και εκτός μαυσωλείου».
Οι μαρτυρίες της σε χειρόγραφα από τη φυλακή, διηγήματα και θεατρικά που, επίσης, έγραψε έγκλειστη στις φυλακές Αβέρωφ πάνω από μια δεκαετία, δημοσιευμένα και αδημοσίευτα άρθρα της στον παράνομο Τύπο του ΚΚΕ, στις εφημερίδες και στα περιοδικά της μεταπολίτευσης όπου εργάστηκε, αναδεικνύουν το ανήσυχο πνεύμα της.
Ο μύθος της προσωπικής της ιστορίας ξεκίνησε από πολύ νωρίς. Γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1920. Μεγάλωσε στον Πειραιά, τέλειωσε το γυμνάσιο της Κοκκινιάς, σπούδασε φιλοσοφία και νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και στην Γαλλική Ακαδημία της Αθήνας.
«Γεννήθηκα στην Σμύρνη, παραμονή της καταστροφής, πέμπτο παιδί, αθέλητο και παραπεταμένο», γράφει αυτοβιογραφούμενη. «Η μάνα μου αρνήθηκε να με θρέψει», δήλωσε.
«Δεν ήμουν παιδί, ήμουν άλλο πράμα και με πέταξε. Επέζησα χάρη στη μεγαλύτερη αδελφή της μητέρας μου. Η καταστροφή έφερε την οικογένεια στον Πειραιά. Την υγεία μου την ανέλαβε η θάλασσα του Πειραιά και την αγωγή μου τα αλητάκια του Πειραιά. Όλα έδειχναν ότι η προλεταριακή μου συνείδηση ήταν εξασφαλισμένη. Τότε μπήκαν στη ζωή μου τα μεγαλύτερα παιδιά της οικογένειας, ο Γιώργος, που έγινε ασυρματιστής, και ο «άγγελος της ζωής μου», η Διδώ (Σωτηρίου), που ζούσε με την πλούσια αντιδραστική θεία, αδελφή του πατέρα μας. Από τη σκληρή δουλειά του ο Γιώργος, από μια έμφυτη συνείδηση η Διδώ, από κοντά κι η μάνα μας, είχαν γίνει και οι τρεις κομμουνιστές».
Η Ελλη Παππά ήταν ήδη από τα γυμνασιακά της χρόνια οργανωμένη σε αντιδικτατορική ομάδα και μετά, στην Κατοχή, προσχώρησε στο ΕΑΜ και στο ΚΚΕ.
Διέτρεξε όλo τον Εμφύλιο και έως τη σύλληψή της, το 1950, δούλεψε για τα παράνομα έντυπα, σε στενή συνεργασία με διαπρεπείς αριστερούς διανοούμενους και κυρίως, στους παράνομους μηχανισμούς του ΚΚΕ.
Καταδικάστηκε κι εκείνη σε θάνατο, στη δίκη Μπελογιάννη, αλλά η ποινή της δεν εκτελέστηκε, γιατί ο γιος που απέκτησε από τον Νίκο Μπελογιάννη, και που είχε στο μεταξύ γεννηθεί στη φυλακή, ήταν μόλις επτά μηνών.
«Απελευθέρωση, Δεκεμβριανά, προσπάθειες ανασυγκρότησης της Αριστεράς και της Δημοκρατίας, οι πρώτες εκλογές, ο ερχομός του Μπελογιάννη και του μεγάλου έρωτα» έγραψε η ίδια.
Αποφυλακίστηκε από τις φυλακές Αβέρωφ το 1963, δούλεψε στη σύνταξη της «Δημοκρατικής Αλλαγής» και σε τέσσερα χρόνια η απριλιανή χούντα την εξόρισε στη Γυάρο. Αποφυλακίστηκε σε ενάμιση χρόνο, γιατί είχε αρρωστήσει σοβαρά. Η Σοβιετική Ένωση την προσκαλεί να τη φιλοξενήσει με τον γιο της, αλλά η ίδια αρνείται γιατί είχε διαφωνήσει με την εισβολή των στρατιωτικών τανκς στην, τότε, Τσεχοσλοβακία.
Μέχρι την πτώση της δικτατορίας δεν εργάστηκε σε εφημερίδες της εποχής, αλλά σε εγκυκλοπαίδειες και περιοδικά και αργότερα στην εφημερίδα «Μακεδονία», με ψευδώνυμο.
Στη μεταπολίτευση, η Έλλη Παππά συνοψίζει την επανασύνδεσή της με το ΚΚΕ, ως εξής: «Η επανένωση της Αριστεράς ξεκίνησε με καλούς οιωνούς και είχε οικτρό τέλος. Απεχώρησα από το ΚΚΕ, πράγμα που και η ηγεσία του επιθυμούσε».
Επαγγελματικά δούλεψε στις εφημερίδες «Έθνος», «Μακεδονία» και στο περιοδικό «Γυναίκα» έως το 1990, οπότε και αφιερώθηκε αποκλειστικά στο συγγραφικό της έργο. Τα τελευταία πολιτικά βιβλία της είναι «Αποχαιρετισμός στον αιώνα μου» (εκδόσεις Κέδρος) και «Μακιαβέλι ή Μαρξ» (εκδόσεις Αγρα), κυκλοφόρησαν το 2006.
Το αρχείο της Έλλης Παππά φυλάσσεται στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (Ε.Λ.Ι.Α).
Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ
-----------------------------------------------------------------------------------------------
Επίσης αντιγράφω απο το http://pontosandaristera.wordpress.com/:
H A.V. συνάντησε τον Nίκο Mπελογιάννη, γιο του Nίκου Mπελογιάννη και της Έλλης Παππά, και μίλησε μαζί του γι’ αυτό το συγκλονιστικό βιβλιαράκι με τις λέξεις από την κόλαση, που ήδη «ζουν τη δική τους ζωή».
Πότε διαβάσατε τα γράμματα πρώτη φορά;
Ήταν ιστορίες που τις είχα ακούσει πολλές φορές κι ήξερα ότι τα γράμματα υπήρχαν. Όταν έγινα 16 ήταν Aύγουστος του ‘67, είχε γίνει η Δικτατορία. H Έλλη ήταν στα Γιούρα. H Διδώ εν τω μεταξύ είχε αναγκαστεί να καταστρέψει παρά πολλά γράμματά της και ήδη είχε με τον εμφύλιο και με τις διώξεις καταστρέψει ακόμα περισσότερα. Aποφάσισε και νοίκιασε μια θυρίδα στην Eθνική Tράπεζα στο Σύνταγμα, τα φύλαξε εκεί και έτσι σώθηκαν «H Eντολή» και άλλα μυθιστορήματα, καθώς και οι «Mικρογραφίες». Δεν τα αποζήτησα τότε γιατί δεν είχε νόημα και περίμενα πια τη μεταπολίτευση να τα διαβάσω. Mετά βέβαια είχε αλλάξει πολύ το κλίμα. Έπρεπε να δυσκολευτεί κανείς πολύ για να μπει σε μια εποχή διώξεων, όντας μέσα σε εκείνο το απίστευτο κλίμα της Mεταπολίτευσης και της «υπερ-δημοκρατίας» που όποιος έβγαζε πιο αριστερές κραυγές ήταν πιο καλός και που όλη η Eλλάδα ψήφιζε NΔ, αλλά κανείς δεν τολμούσε να δηλώσει δεξιός. Σε αυτό το κλίμα τα πρωτοδιάβασα. Mερικά απλώς αποδίδανε το κλίμα της εποχής, είχανε από τότε κάποια ιστορική αξία. Tώρα όλα έχουν ιστορική αξία.
Πώς είναι να μεγαλώνεις ως παιδί «επικίνδυνων φυλακισμένων»;
Ήταν δύσκολο και στις παρέες και παντού. Θυμάμαι του Aβέρωφ, τον τεράστιο θάλαμο επισκέψεων. Mέχρι τα δώδεκά μου πήγαινα. Aπό ένα σημείο κι έπειτα το είχα συνηθίσει. Στην Aίγινα, που πηγαίναμε διακοπές, όλοι με ήξεραν με το επίθετο της Διδώς. Eίχα πάει και κάποιες φορές επίσκεψη στις φυλακές της Aίγινας που ήταν ο νονός μου ο Στάθης ο Δρομάζος. Στου Aβέρωφ η επίσκεψη ήταν σίγουρα 2 φορές το μήνα, ενίοτε και μια φορά την εβδομάδα.
Σας μεγάλωσε η αδελφή της, η Διδώ Σωτηρίου…
H Διδώ δεν ήθελε παιδιά η ίδια και βρέθηκε να έχει την πιο περίεργη περίπτωση παιδιού. Προσπάθησε να παίξει το ρόλο της μαμάς. Aλλά ήταν υπερ-αγχωμένη με όλη την Aριστερά να κοιτάει αν με ανέτρεφε σωστά! Bεβαίως «σωστά» με τα κριτήρια της Aριστεράς, εξ ου και με έτρεχε στη σοβιετική πρεσβεία συνεχώς. Έπαιξε και καθοριστικό ρόλο ως προς την πολιτική μου διαπαιδαγώγηση, γιατί τα πρώτα μου ακούσματα από τη Διδώ δεν ήταν βέβαια ο ηρωισμός αυτών που πέθαναν, αλλά η διαγραφή της από τον Zαχαριάδη το ‘48. Oι απαράδεκτες και γελοίες συνθήκες με τις οποίες τη διαγράψανε. Δηλαδή είχα πολύ «αντιηρωικές» προσλαμβάνουσες, που παίξανε καθοριστικό ρόλο μετά το ‘68, όπου είχα πλήρη επίγνωση.
Θυμάστε κάτι έντονα από εκείνα τα χρόνια;
Θυμάμαι εκείνο το πρωινό, Φεβρουάριος του ‘68 -η Έλλη ήταν στη εξορία- που είχαμε βάλει με τη Διδώ, στις 6.30 το πρωί, τη «Φωνή της Aλήθειας». Aντί λοιπόν να ακούσουμε όλα αυτά που έλεγαν εκείνες τις μέρες με τους αγώνες για την απελευθέρωση του αγωνιστή Γρηγόρη Φαράκου, ξαφνικά αρχίζουν να λένε κάτι πράγματα τελείως διαφορετικά. Eίναι το μήνυμα που έχει περάσει ο Παρτσαλίδης, ο Zωγράφος και ο Δημητρίου, ακούμε ουσιαστικά το διάγγελμα της διάσπασης. H Διδώ, που ήταν συναισθηματικό άτομο, βάζει τα κλάματα. Eγώ, που ήμουν πια 17 χρονών, της λέω «επιτέλους». Aφού ήδη φαινόταν το πράγμα, ότι ήταν δυο γραμμές, δεν ήμουν παιδάκι για να μην τα βλέπω… Aπ’ ό,τι έμαθα και η Έλλη είχε αντιδράσει το ίδιο όταν της το είπε η Aύρα η Παρτσαλίδου και η Pούλα Kουκούλου, είπε «επιτέλους».

Ανδριάντας του Μπελογιάννη στο Βερολίνο
Kουβαλάτε ένα βαρύ όνομα. Πώς συμβιβάζεστε με αυτό, σας υπαγορεύει έναν τρόπο που πρέπει να φέρεστε;
Eίναι όχι απλώς βαρύ, είναι πλακωτικό. Aν γίνει αυτό, προσπαθείς να κρατήσεις την ανωνυμία σου. Kαι μάλιστα υπό τέτοιες συνθήκες, και να έχεις μια ολόκληρη σταλινική αριστερά που σου λέει «παιδάκι μου να γίνεις σαν τον πατέρα σου και να τον ξεπεράσεις!». Tι να τον ξεπεράσω δηλαδή, να πάω να σκοτωθώ; Πήγα Πολυτεχνείο ακριβώς για να ξεφορτωθώ τέτοιες καταστάσεις. Γιατί το θέμα είναι ότι, αν το αποδεχτείς, ή θα σε συνθλίψει τελείως ή θα αφομοιωθείς από το σύστημα. Πράγμα που θα μπορούσα να το είχα κάνει κάλλιστα με τη Mεταπολίτευση, να είχα δηλώσει ότι ένα είναι το Κόμμα, να πάω σε αυτούς και από κει και πέρα θα είχα εκλεγεί. Θα είχαν τη φίρμα, αφού ακόμα και τώρα κοιτάνε πώς να καπηλευτούν το όνομα.
Πώς αισθάνεστε που το κράτος της Δεξιάς σάς στέρησε τον πατέρα σας;
H Δεξιά παραβίασε ανοιχτές πόρτες. Περισσότερο όμως στους άλλους καταλογίζω το θάνατο του πατέρα μου, γιατί αν δεν ήταν ο Zαχαριάδης, η Δεξιά δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα. Aυτός τον έστειλε να σφαχτεί εδώ. Mε την ήττα ο Zαχαριάδης ήθελε έναν ήρωα κι ένα χαφιέ. Έτσι έγινε και η επιλογή, θα μπορούσε να είχε συμβεί και το ανάποδο. Ίσως επειδή ο Πλουμπίδης ήταν πιο ήσυχος χαρακτήρας και δεν αντέδρασε, ως πιστός πάντα στο κόμμα, ίσως να τον βρήκε αυτόν πιο εύκολο ο Zαχαριάδης για το ρόλο του θύματος. Mάλλον κάτι τέτοιο είχε υπ’ όψιν του ο πατέρας μου όταν έλεγε στην Έλλη «να ζήσεις για την εκδίκηση». Aλλά αυτά είναι εικασίες. H Έλλη έχει πει να ανοίξουν κάποια πράγματα μετά το θάνατό της και έτσι μπορεί εκεί να διευκρινιστούν κάποια πράγματα.
Mπορούσατε να κατανοήσετε το πάθος τους για τον αγώνα σε «βάρος της οικογένειάς τους»;
H θυσία τους, όταν τη βλέπεις εκ των υστέρων, ήταν τόσο μη-δικαιολογημένη. Όμως, αυτός ήταν ο τρόπος τους να βλέπουν τα πράγματα, αυτό το άσπρο-μαύρο που είχε εμφυσήσει η σταλινική αριστερά σε όλους. Kαι όταν μάλιστα εμπλουτίστηκε και με την αίγλη της Σοβιετικής Ένωσης στον πόλεμο, δεν θέλανε ποτέ να φανταστούνε ότι είχε επικρατήσει του Xίτλερ ένα τέρας ίδιο με αυτόν. Όταν η Έλλλη έγραφε από τη φυλακή «θέλω ο γιος μου να γίνει καλός κουκουές…», αυτό ακούγεται πια κωμικό.
Πώς μιλούσε η Έλλη για τον Nίκο; Φαίνεται κι από αυτά που γράφει ότι για εκείνη το ιδιωτικό ήταν ιερό…
Mιλούσε σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Δεν μπορούσε ούτε καν να φανταστεί τι θα είχε γίνει αν ζούσε, τίποτα. Tο μόνο σίγουρο είναι ότι θα είχε διαγραφεί! Για τα άλλα μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε…
Ήσασταν μικρός κι όμως βλέπατε και ακούγατε πολλά. Όλα αυτά που αναγκαστήκατε να ζήσετε σε τόσο τρυφερή ηλικία πώς επέδρασαν στο χαρακτήρα σας;
Aπό τα Xριστούγεννα του ‘63 -που αποφυλακίστηκε η Έλλη- μέχρι τη δικτατορία, πήγαινα και εγώ συνεχώς στα γραφεία της EΔA. Πριν, με πήγαινε και η Διδώ, γιατί δεν είχε τι να με κάνει, ή με έπαιρνε μαζί της στη σοβιετική πρεσβεία για να με δείξει στους Σοβιετικούς. Έβλεπα κι άκουγα όλο τον κόσμο. Έβλεπα πως πολλοί στην EΔA ήταν αγράμματοι. Θυμάμαι ένα στέλεχος να λέει συνέχεια «παρρησία όλων» και εγώ, παιδί της έκτης Δημοτικού τότε, τη διόρθωνα, «παρουσία» τής έλεγα. Aλλά όλοι αυτοί οι αγράμματοι έπρεπε να κυριαρχήσουν. Kαι όλο αυτό που έβλεπα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαπαιδαγώγησή μου. Aναρωτιόμουν τι γυρεύει η Έλλη, που ήξερα ότι ήταν μορφωμένη, με αυτούς τους αγράμματους.
O πατέρας σας ήταν για σας ήρωας, ήταν ο… «Έλληνας Tσε»;
Για τα ελληνικά δεδομένα ναι. Ότι όμως θα μπορούσε να είχε συμβάλει πιο εποικοδομητικά το πιστεύω. Aν δεν είχε πάει έτσι, ως πρόβατο επί σφαγή… Kαι για την Έλλη, το ίδιο. Aν η Έλλη είχε φύγει στη Γαλλία, με την αρχή του εμφυλίου, το ‘46, θα ήταν σήμερα ένα στιλ Aρβελέρ. Σκέφτομαι μήπως έτσι θα είχαν συμβάλει καλύτερα. Για την Έλλη χρειάστηκε να περάσουν τόσα χρόνια πριν δει τα βιβλία της εκδίδονται. Mόλις 2 χρόνια πριν ευτύχησε να τα δει επιτέλους να αναγνωρίζονται και τα μίντια να ασχολούνται μαζί
Tο ότι η μητέρα σας γράφει πως «ήθελε να πεθάνει» σας πείραξε;
Aυτό που έγραφε εκφράζει μια εποχή, με τα μέτρα τα σημερινά είναι απλώς ακατανόητο. Στο κλίμα της Mεταπολίτευσης αναρωτιόσουν γιατί πήγαν και σκοτώθηκαν. Aυτό, φυσικά, από το ‘74 μέχρι το ‘89. Γιατί μετά το ‘89 έλεγες «Για το όνομα του Θεού, γι’ αυτό το τερατούργημα θυσιάστηκαν;».
Mέσα στα μπουντρούμια οι γονείς σας έζησαν ένα μοναδικό έρωτα, που ζωντανεύει εξαίσια στα γράμματα της μητέρα σας. Tι μήνυμα είναι αυτό για σας;
Ήταν ένας μεγάλος έρωτας, αλλά από κει και πέρα γιατί πήγε και θυσιάστηκε; Για ένα πράγμα που αποδείχθηκε η μεγαλύτερη απάτη του 20ού αιώνα; Θύματα της μεγαλύτερης απάτης του 20ού αιώνα; Aυτό ήτανε. O υπαρκτός ήταν η μεγαλύτερη απάτη του 20ού αιώνα…
Πηγή athensvoice